Εκείνο που διάβασα πρώτη φορά στα 16 κι έκτοτε αποτελεί την κατάλληλη εισαγωγή τόσων δικών μου ιστοριών.
Η τελευταία δεν έχει δράκους και γαλαζοαίματους πρωταγωνιστές. Μόνο μια ταλαίπωρη καλοζωισμένη που καταρρέει υπό το βάρος του οξύμωρου σχήματος.
Αυτή να δεις θα κάψει κόσμο πολύ. Στην αρχή όλους εκείνους που την αγαπούν. Τους τρώει έναν έναν. Ρουφάει το μεδούλι τους, ένα ποτηράκι κάθε πρωί, για να έχει λαμπερή και φρέσκια επιδερμίδα. Ύστερα τους μαστιγώνει με την αδιαφορία της και κοιτάζει αγέρωχη καθώς λυγίζουν. Κι εκείνοι τελικά υποκύπτουν στα τραύματά τους.
Μόλις τελειώσει το θεάρεστο έργο της, γδέρνει τον ίδιο της τον εαυτό. Τα νύχια πρώτα που ματώνουν εύκολα, για να γλύψει το αίμα, να συνηθίσει τη γεύση του. Μετά κομματιάζει την καρδιά της και την σκορπά, χωρίς να υπολογίζει πως στο τέλος θα μείνει άκαρδη. Ή μήπως είναι ήδη;
Το μυαλό είναι στην εταζέρα, διακοσμητικό, αγορασμένο πάνω σε μια κρίση ενηλικίωσης που την είχε χτυπήσει μερικά χρόνια πριν. Ήταν άγρια χρόνια εκείνα, χαμένα.
Έτσι, άδεια πλέον, αλλάζει τόπους για να γεμίσει τις τρύπες.
Είναι αργά για να κατηγορεί το φάντασμα που παραμονεύει στις γωνίες τα βράδια.
Η εύθυνη είναι όλη δική της.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου