Είναι αρκετές νύχτες στη σειρά που έχει βαλθεί η μνήμη μου να επαναφέρει πολλά, που πίστευα πως έχω ξεχάσει.
Χθες, ας πούμε, καθόμουν σε έναν καναπέ στο διαμέρισμα στην Ευαγόρα με το βλέμμα στον μωβ τοίχο. Δυσκολεύτηκα να διώξω την εικόνα και όταν το κατάφερα βρέθηκα σε ένα λεωφορείο να διασχίζω από άκρη σε άκρη τις Βρυξέλλες, βράδυ Ιούλη. Είχα απορροφηθεί από τις καρτ ποστάλ που έτρεχαν έξω από το παράθυρο, τελευταία φορά που θα έβλεπα αυτά τα φώτα. Ένιωσα τα πόδια μου να μουδιάζουν, σαν ήταν πάλι ζωντανή η φυγή.
Νομίζω σε μια άλλη αγρύπνια, στην αποπνικτική Αθήνα πλέον, έβλεπα τη βροχή να απειλεί πως θα καταπιεί ένα μπλε κούπερ από το παραθυράκι ενός τροχόσπιτου. Καλοκαιρινή μπόρα, έφυγε όσο απρόσμενα είχε έρθει.
Το περίεργο είναι πως, όταν ξυπνήσω το επόμενο πρωί, έχω ξεχάσει όλα αυτά τα μικρά που με τόσο κόπο διέγραψα, εγωιστικά, για λόγους επιβίωσης.
Έπρεπε να γράφω ημερολόγιο ή κάτι, έτσι θα μπορούσα να ανατρέχω όταν μπουχτίζει η καθημερινότητά μου μπετόν από τα μπαλκόνια των γειτόνων.

