Παιδί ενός κατώτερου Θεού όφειλα να φτάσω ως το τέλος, στη γραμμή του ορίζοντα
Εκεί που ο ουρανός ανήκει στους ευτυχισμένους
Και η θάλασσα στους λησμονημένους
Δηλητήριο Σειρήνας καθόρισε τη μοίρα μου, κύλησε στις χαρακωμένες φλέβες μου
-Και το ταβάνι, κύριε, πότε θα το ξαραχνιάσω;
-Εν καιρώ, κόρη μου, εν καιρώ.
Τεντώνει απότομα τότε η γραμμή και σπάει μπροστά στα ένοχα κάστρα σου, το τελευταίο οχυρό σου.
Κι άνοιξαν οι πύλες, στέγνωσε η τάφρος, σκοτώθηκε η φρουρά. Μέχρι τον έσχατο έμπιστο.
Μ’έζωσαν από παντού, ταχύτητα ασύλληπτη για αποχαυνωμένο νου
Ελευθερία, φώναζα, δώστε μου πίσω το εισιτήριο του τελευταίου αεροπλάνου.
Γέλιο ειρώνων βαρβάρων.
Ένα μωρό ν’αφήσω πίσω μου,
Να το πας εκεί που το πήρες. , Μα, το αγαπάω. , Να το γυρίσεις, τώρα.
Και οι αράχνες ορέχτηκαν τον ύπνο μου πριν προφτάσω να μηδενίσω το ταξίμετρο για τον ουρανό των μακαρίων